Αλησμόνητα Κάλαντα

Αρθρογραφος: Ιστορικό Αρχείο
Ημ/νια Έκδοσης: 24/12/2018


Πολλούς μήνες πιο μπροστά, προγραμματίζαμε τις δράσεις των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιά. Με τους βαθμοφόρους μου και τους Ενωμοτάρχες, σχεδιάζαμε και τις πιο απίθανες λεπτομέρειες, ώστε να μπορούμε να ξεπεράσουμε όλα τα εμπόδια που ίσως συναντούσαμε.

Έτσι, όταν μπήκε ο Δεκέμβρης,συμπληρώσαμε τον κατάλογο των γονέων και φίλων του Συστήματος που θα τους λέγαμε τα κάλαντα. Σκιτσάραμε ωραίες ευχετήριες προσκοπικές κάρτες και γράψαμε πως θα τους επισκεφθούμε την παραμονή των Χριστουγέννων μέχρι το μεσημέρι. Τους σημειώσαμε ακόμη πως θα δεχόμαστε τρόφιμα, γλυκά ή παιχνίδια για να τα μοιράσουμε σε άπορες οικογένειες.

Μια εβδομάδα πιο μπροστά,αρχίσαμε τις πρόβες. Από τις πρώτες στιγμές όμως, διαπιστώσαμε πως ο Αλέκος Βασιλειάδης ήταν.. φάλτσος. Αργότερα καταλάβαμε ότι ο Χρ. Γριτσόπουλος ήταν… ψάρι και πως ο Νικ. Πέτσας… μπέρδευε το: «Καλήν Ημέραν Άρχοντες» με το «Αρχιμηνιά κι Αρχιχρονιά».

Με λίγη θέληση, ξεπεράσαμε αυτές τις μικροδυσκολίες και όσο πλησίαζε η μέρα, τόσο μεγάλωσε η αγωνία, ανάμικτη με τη χαρά. 

Όταν την παραμονή των Χριστουγέννων πήγα στην Εστία την ώρα που είχαμε συμφωνήσει, αντίκρισα με έκπληξη όλα τα παιδιά να περιμένουν με στολή, ανυπόμονα. Όπως με βεβαίωσαν, κανένας δεν είχε κλείσει μάτι, όλη την νύχτα. Είχαν την μεγάλη λαχτάρα, να ζήσουν από κοντά τις ωραίες εικόνες που τους είχα υποσχεθεί.

Κάναμε μερικές ακόμη πρόβες, και ξεκινήσαμε με ενθουσιασμό και πίστη για την επιτυχία μας.

Φυσικά είχαμε ανταγωνισμό τα άλλα παιδιά που έλεγαν κάλαντα για ατομικό τους λογαριασμό. Εμείς όμως πηγαίναμε σε σπίτια που μας περίμεναν και έτσι δεν υπήρχε ο φόβος να ακούσουμε το: - Μας τα‘παν άλλοι!

Ο Τζήμης ο Μάρας κρατούσε το κουτί του ταμείου και δύο άλλοι ενωμοτάρχες ένα μεγάλο πανέρι για τα τρόφιμα,γλυκά και φρούτα. Τα υπόλοιπα παιδιά είχαν τρίγωνα, μια φυσαρμόνικα κι ένα ακορντεόν.

Οι γονείς και οι φίλοι μας, μόλις αντίκριζαν τους προσκόπους, άνοιγαν με απέραντη χαρά το σπίτι για να μας δεχτούν με ζεστασιά και χαρά. Εμείς πάλι τους ανταποδίδαμε την καλοσύνη τους με…αρμονικά κάλαντα και ευγενικά λόγια. Σε πολλά σπίτια μας κέρναγαν μελομακάρονα και κουραμπιέδες. Η ευχαρίστησή μας μεγάλωσε όταν βλέπαμε πως όλο και … βάραινε το κιβώτιο του ταμείου και πλούτιζε το κοφίνι με μακαρόνια, ρύζι, κονσέρβες, γάλατα, πορτοκάλια, γλυκά και πολλά άλλα είδη.

Ευτυχώς μέχρι το μεσημέρι τελειώσαμε τις φιλικές οικογένειες και γυρίσαμε στην Εστία όπου μετρήσαμε τα χρήματα και ετοιμάσαμε τα δέματα για τη διανομή.

To απόγευμα τα παιδιά περίμεναν με ανυπομονησία την έκπληξη που τους είχα υποσχεθεί. Όταν σουρούπωσε, πήραμε τα πρωϊνά μας σύνεργα και το πανέρι με τα διάφορα φαγώσιμα.

- Αγαπητοί μου, τους είπα, απόψε θα κάνουμε ομαδικά την Καλή μας Πράξη. Θα πούμε τα κάλαντα σε ανήμπορες οικογένειες και θα τους μοιράσουμε τα δώρα που μας πρόσφεραν το πρωί.

Το ξεκίνημα ήταν εντυπωσιακό. Οι φωταγωγημένοι δρόμοι και τα φωτισμένα σπίτια έδιναν μια χαρούμενη εικόνα. Οι νοικοκυραίοι, φορτωμένοι με φαγώσιμα και δώρα βάδιζαν γρήγορα για τα σπίτια τους. Το ξεροβόρι υποχρέωνε κι εμάς να περπατάμε πιο γρήγορα, αλλά οι καρδιές μα φλόγιζαν από τη συγκίνηση της καλής πράξης.

Σε λίγο αρχίσαμε τις επισκέψεις σύμφωνα με τον πίνακα που μας έδωσαν από το φιλόπτωχο της εκκλησίας. Σε μερικά σπιτάκια βρήκαμε άρρωστους γονείς, αλλού γεροντάκια κι αλλού ορφανά. Παντού φτώχεια και δυστυχία. Όλοι ξαφνιάζονταν όταν έβλεπαν τα χαρούμενα πρόσωπα των προσκόπων να τους ψάλλουν τα κάλαντα και να τους προσφέρουν δώρα.

Αφού πήγαμε σε αρκετά σπίτια καταλήξαμε σε μία καλύβα,κοντά στο Νοσοκομείο Παίδων. Δεν υπήρχε διεύθυνση, αλλά σύμφωνα με την περιγραφή που είχαμε, έπρεπε το θεοσκότεινο αυτό κατασκεύασμα να έχει μέσα μια πολυμελή οικογένεια.

Χτυπήσαμε διστακτικά την πόρτα και περιμέναμε απάντηση. Άργησε κάπως να έρθει.

-    - Ποιος είναι, ακούστηκε σε λίγο μία αδύναμη φωνή.

Άνοιξα τότε με προσοχή την πόρτα και ξαφνικά αντίκρισα ένα θέαμα που θα μείνει αξέχαστο σε όλη μας τη ζωή. Στην μικρή ανταύγεια που έδινε το μαγκάλι διακρίναμε 4 παιδιά ξαπλωμένα σε κουρελούδες και στριμωγμένα το ένα κοντά στο άλλο, στο μοναδικό δωμάτιο που υπήρχε.

Η μάνα κρατούσε στην αγκαλιά ένα μωρό και το θήλαζε με ανείπωτη στοργή.

-   - Καλήν εσπέραν Άρχοντες… αντήχησαν με αγάπη οι φωνές μας. Τότε πλησίασα και πρόσφερα το τελευταίο δέμα που είχαμε φυλάξει.Ήταν το πιο πλούσιο.

-    - Καλά Χριστούγεννα. Οι πρόσκοποι του 1ου Συστήματος σας προσφέρουν μαζί με τις ευχές τους και τα λίγα αυτά δώρα για το καλό.

Καμία απάντηση δεν πήραμε. Τα μάτια όμως της μάνας βούρκωσαν και έλαμψαν στο φέγγος του μαγκαλιού. Τα παιδάκια της έτρεξαν και άρπαξαν με λαχτάρα το δέμα.  

Βουβοί από συγκίνηση κλείσαμε την πόρτα και κοιταχτήκαμε. Όλων μας τα μάτια ήταν γεμάτα δάκρυα. Σε λίγο συνήλθαμε και ξεκινήσαμε περήφανοι για την Εστία μας.

Όλα γύρω μας φαίνονταν τώρα διαφορετικά. Το σκοτάδι λες και διαλύθηκε, το ξεροβόρι χάθηκε και οι καρδιές μας,γεμάτες ζεστασιά, χτυπούσαν χαρούμενα, ενώ περήφανα τραγουδάγαμε:«Εμείς είμαστε πρόσκοποι, ψυχή και σώματα γερά. Κι ο ρόλος μας εδώ στη γη, είναι να σκορπούμε τη χαρά».

 

* Το κείμενο του Νίκου Παραδείση, τότε Τοπικού Εφόρου Αμπελοκήπων, δημοσιεύτηκε στο αφιέρωμα του περιοδικού "Ο Πρόσκοπος" τον Δεκέμβριο του 1975. Στην φωτογραφία (Αρχείο ΣΕΠ / Μεγαλοκονόμου) Ομάδα Προσκόπων λέει τα κάλαντα σε λαϊκή γειτονιά της Αθήνα το 1947.